Η γονιμότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να υποχωρεί, με τον αριθμό των παιδιών ανά γυναίκα να πέφτει κάτω από τα ήδη χαμηλά επίπεδα των προηγούμενων ετών, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat. Η εξέλιξη αυτή εντείνει τις ανησυχίες για τη δημογραφική γήρανση και τις επιπτώσεις στα συστήματα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης.
Ο συνολικός δείκτης γονιμότητας στην ΕΕ διαμορφώθηκε περίπου στο 1,46 παιδιά ανά γυναίκα το 2022, ενώ τα προσωρινά στοιχεία για το 2023 δείχνουν περαιτέρω πτώση κοντά στο 1,38. Το επίπεδο αυτό απέχει σημαντικά από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού (2,1 παιδιά ανά γυναίκα).
Η τάση αυτή δεν είναι νέα, αλλά τα τελευταία χρόνια επιταχύνεται, επηρεαζόμενη από:
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα είναι η συνεχής αύξηση της ηλικίας στην οποία οι γυναίκες αποκτούν το πρώτο τους παιδί.
Στην ΕΕ, η μέση ηλικία μητρότητας φτάνει πλέον σχεδόν τα 30 έτη, ενώ σε αρκετές χώρες την ξεπερνά. Η καθυστέρηση αυτή σχετίζεται με:
Η μετατόπιση αυτή επηρεάζει συνολικά τον αριθμό των παιδιών που αποκτά μια γυναίκα στη διάρκεια της ζωής της.
Οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν σημαντικές.
Χώρες με σχετικά υψηλότερη γονιμότητα:
Χώρες με πολύ χαμηλή γονιμότητα:
Η Νότια Ευρώπη καταγράφει σταθερά από τα χαμηλότερα ποσοστά, κάτι που αφορά άμεσα και την Ελλάδα.
Ο συνολικός αριθμός γεννήσεων στην ΕΕ ακολουθεί επίσης πτωτική πορεία.
Το 2022 καταγράφηκαν περίπου 4,88 εκατομμύρια γεννήσεις, αριθμός μειωμένος σε σχέση με προηγούμενες χρονιές, επιβεβαιώνοντας τη δημογραφική πίεση που δέχεται η Ευρώπη.
Η υπογεννητικότητα δεν αποτελεί μόνο δημογραφικό ζήτημα, αλλά και πρόκληση για τα συστήματα υγείας και πρόνοιας.
Συνδέεται με:
Για τα συστήματα υγείας, η αύξηση του ηλικιωμένου πληθυσμού σημαίνει μεγαλύτερη επιβάρυνση από χρόνιες παθήσεις και ανάγκη για μακροχρόνια φροντίδα.
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μακροπρόθεσμη δημογραφική πρόκληση. Χωρίς αλλαγές σε πολιτικές στήριξης της οικογένειας, της μητρότητας και της εργασίας, η τάση δύσκολα θα αναστραφεί.
Η ενίσχυση των γεννήσεων δεν αφορά μόνο την οικονομία, αλλά και τη βιωσιμότητα των κοινωνιών και των συστημάτων υγείας στο μέλλον.