Η εικόνα που για χρόνια ήθελε το ένα ποτήρι κρασί την ημέρα να προστατεύει την υγεία αμφισβητείται πλέον ανοιχτά. Νεότερα δεδομένα από μεγάλα ερευνητικά ιδρύματα, όπως το Mayo Clinic, το NIH και το Stanford University, δείχνουν ότι η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ δεν προσφέρει καθαρό όφελος και συνοδεύεται από πραγματικούς κινδύνους, κυρίως για καρκίνο και καρδιαγγειακά νοσήματα.
Ως μέτρια κατανάλωση ορίζεται συνήθως έως ένα ποτό την ημέρα για τις γυναίκες και έως δύο για τους άνδρες, με κάθε ποτό να αντιστοιχεί σε περίπου 14 γραμμάρια καθαρού αλκοόλ. Αυτός ο ορισμός χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες ως βάση για συστάσεις που άφηναν περιθώριο σε «ελεγχόμενη» κατανάλωση.
Οι νεότερες αναλύσεις, ωστόσο, δείχνουν ότι ακόμη και αυτά τα επίπεδα δεν είναι χωρίς κόστος. Το αλκοόλ παραμένει καρκινογόνος ουσία και ο κίνδυνος αυξάνεται γραμμικά με τη δόση, χωρίς να υπάρχει πραγματικά ασφαλές όριο.
Παλαιότερες επιδημιολογικές μελέτες είχαν συνδέσει τη μέτρια κατανάλωση με χαμηλότερα ποσοστά στεφανιαίας νόσου και διαβήτη τύπου 2. Σήμερα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι μεγάλο μέρος αυτών των ευρημάτων επηρεαζόταν από μεθοδολογικά προβλήματα, όπως το ότι οι μη πότες συχνά είχαν ήδη προβλήματα υγείας.
Όταν τα δεδομένα διορθώνονται για τέτοιους παράγοντες, το υποτιθέμενο όφελος για την καρδιά εξασθενεί ή εξαφανίζεται, ενώ παραμένουν οι κίνδυνοι για αρρυθμίες, υπέρταση και εγκεφαλικό.
Μελέτη του 2024 που δημοσιεύθηκε στο JAMA και αφορούσε περισσότερους από 135.000 ενήλικες άνω των 60 ετών κατέληξε σε ένα σαφές συμπέρασμα: η μέτρια κατανάλωση συνδέεται με αυξημένη συνολική θνησιμότητα, κυρίως λόγω καρκίνου και καρδιαγγειακών αιτιών.
Αντίστοιχα, ανασκόπηση του 2025 επιβεβαίωσε ότι ο κίνδυνος καρκίνου αυξάνεται με κάθε επιπλέον ποτό και επηρεάζεται από παράγοντες όπως η ηλικία, η γενετική προδιάθεση και οι συννοσηρότητες.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι οποιαδήποτε ποσότητα αλκοόλ αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνους του πεπτικού συστήματος και του μαστού. Παράλληλα, το αλκοόλ μπορεί να επιδεινώσει αγχώδεις διαταραχές και καταθλιπτικά συμπτώματα, ακόμη και σε άτομα που δεν πίνουν συστηματικά.
Η συσσώρευση αυτών των επιπτώσεων καθιστά δύσκολο να υποστηριχθεί ότι τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων, ακόμη και για όσους πίνουν «λίγο».
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, δεν υπάρχει ασφαλές επίπεδο κατανάλωσης αλκοόλ. Η πλήρης αποχή θα μπορούσε να προλάβει πάνω από το 5% των περιστατικών καρκίνου και να μειώσει σημαντικά το βάρος καρδιαγγειακών και ψυχικών νοσημάτων, ιδιαίτερα σε ευάλωτες ομάδες πληθυσμού.
Η συζήτηση πλέον μετατοπίζεται από το «πόσο είναι ασφαλές» στο «πώς μειώνουμε συνολικά την κατανάλωση», τόσο σε ατομικό όσο και σε επίπεδο πολιτικών δημόσιας υγείας.
Η επιστημονική συναίνεση φαίνεται να αλλάζει κατεύθυνση. Το αλκοόλ, ακόμη και σε μέτριες ποσότητες, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται επιλογή με θετικό ισοζύγιο για την υγεία. Οι ειδικοί μιλούν για ανάγκη εξατομικευμένης ενημέρωσης και πιο ειλικρινούς επικοινωνίας των κινδύνων, χωρίς τους μύθους του παρελθόντος.
Πηγές