Στην ελληνική οικογένεια υπήρχε πάντα μια σιωπηλή βεβαιότητα: όταν γεννηθεί το παιδί, η γιαγιά και ο παππούς θα μπουν στη ζωή του ως δεύτεροι γονείς. Και για πολλά χρόνια αυτό ήταν πράγματι η πραγματικότητα. Οι παππούδες ζούσαν κοντά, είχαν χρόνο, ενέργεια και συχνά αναλάμβαναν καθημερινή φροντίδα, έτσι ώστε οι νέοι γονείς να μπορούν να εργαστούν. Σήμερα όμως η πραγματικότητα έχει αλλάξει περισσότερο από όσο παραδεχόμαστε. Οι περισσότεροι παππούδες δεν είναι πλέον διαθέσιμοι να μεγαλώσουν τα παιδιά σας όσο είστε στη δουλειά όχι επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή δεν μπορούν. Κι αυτό δεν είναι αποτυχία κανενός είναι μια νέα κοινωνική συνθήκη που χρειάζεται να την αποδεχτούμε για να μπορέσουμε να προσαρμοστούμε.
Για αρχή, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι δικοί μας γονείς πέρασαν ήδη τη δική τους περίοδο πλήρους γονεϊκής ευθύνης. Μεγάλωσαν παιδιά, εργάστηκαν, κουράστηκαν, έχτισαν μια ζωή που τώρα πλέον θέλουν να απολαύσουν. Δεν είναι ρεαλιστικό ούτε δίκαιο να περιμένουμε ότι στα 60, 70 ή 75 τους θα μπουν ξανά σε ρυθμούς καθημερινής φροντίδας ενός νηπίου ή ενός μωρού. Η σημερινή γενιά παππούδων συχνά αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, εργάζεται ακόμη σε πολλές περιπτώσεις, ταξιδεύει περισσότερο από παλιά ή απλώς επιθυμεί να έχει το δικό της πρόγραμμα χωρίς συνεχείς υποχρεώσεις.
Η αγάπη τους για τα εγγόνια δεν μεταφράζεται αυτόματα σε δυνατότητα ή αντοχή για καθημερινή φροντίδα. Πολλοί φοβούνται ότι αν αναλάβουν ξανά την ανατροφή ενός μικρού παιδιού, θα χάσουν την προσωπική τους ελευθερία ή θα καταπονηθούν σωματικά και ψυχικά. Υπάρχουν επίσης παππούδες που δεν θέλουν να «ξαναζήσουν» την πίεση που βίωσαν ως γονείς, και αυτό είναι απόλυτα σεβαστό. Γιατί η γονεϊκότητα, όσο όμορφη κι αν είναι, έχει και φθορά και αυτή η φθορά δεν εξαφανίζεται όταν τα παιδιά ενηλικιώνονται.
Από την πλευρά των νέων γονέων, η απουσία αυτής της βοήθειας δημιουργεί ένα μεγάλο πρακτικό και συναισθηματικό κενό. Η ζωή είναι πιο ακριβή, τα ωράρια πιο απαιτητικά και οι κοινωνικές υπηρεσίες στήριξης συχνά ανεπαρκείς. Όταν λοιπόν συνειδητοποιείς ότι οι γονείς σου δεν μπορούν να αναλάβουν τα παιδιά όσο εσύ εργάζεσαι, νιώθεις πίεση, άγχος, ίσως και αδικία. Είναι εύκολο να αισθανθείς ότι «οι άλλοι έχουν βοήθεια και εγώ όχι». Αλλά η αλήθεια είναι ότι κάθε οικογένεια κρύβει μια διαφορετική πραγματικότητα και η σύγκριση δεν οδηγεί πουθενά.
Η αποδοχή αυτής της νέας κατάστασης είναι το πρώτο βήμα. Το δεύτερο είναι η αναζήτηση νέων λύσεων χωρίς θυμό ή προσδοκίες που δεν ανταποκρίνονται στις δυνατότητες των παππούδων. Η οικογένεια του σήμερα χρειάζεται διαφορετικά εργαλεία στήριξης: επαγγελματίες φροντιστές, παιδικούς σταθμούς, εναλλαγή ωραρίων μεταξύ των γονιών, συνεργασία με άλλες οικογένειες, ακόμη και πιο δημιουργικές πρακτικές όπως co-parenting communities ή μικρές ομάδες γονέων που βοηθούν ο ένας τον άλλον.
Εξίσου σημαντικό είναι να μιλήσεις ανοιχτά με τον/τη σύντροφό σου. Πολλές φορές οι προσδοκίες που κουβαλούν οι νέοι γονείς δεν είναι δικές τους αλλά κληρονομημένες από προηγούμενες γενιές. Αν όμως η σημερινή πραγματικότητα δεν μοιάζει με εκείνη της δεκαετίας του ‘80 ή του ‘90, τότε και το μοντέλο φροντίδας πρέπει να αλλάξει. Η εξισορρόπηση μεταξύ δουλειάς και οικογένειας είναι δύσκολη και απαιτεί συνεργασία, σωστό προγραμματισμό και πίστη ότι οι λύσεις υπάρχουν απλώς δεν μοιάζουν με αυτές που είχαμε συνηθίσει.
Η συναισθηματική διαχείριση παίζει επίσης τεράστιο ρόλο. Οι ενοχές και η απογοήτευση είναι συχνά μεγαλύτερες από το πρακτικό πρόβλημα. Όμως, το να μην μπορούν οι γονείς σου να αναλάβουν καθημερινή φροντίδα δεν σημαίνει ότι δεν είναι παρόντες, υποστηρικτικοί ή σημαντικοί στη ζωή των παιδιών σου. Η σχέση παππού–εγγονιών χτίζεται με αγάπη, χρόνο και κοινές στιγμές όχι με babysitting από υποχρέωση. Η αξία τους δεν μειώνεται επειδή δεν λειτουργούν ως «δεύτεροι γονείς».
Τελικά, το σημαντικό είναι να δεις αυτή την αλλαγή όχι ως έλλειψη, αλλά ως ευκαιρία να δημιουργήσεις το δικό σου οικογενειακό μοντέλο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τις δυνατότητες της δικής σου ζωής. Η σύγχρονη οικογένεια μπορεί να μην λειτουργεί όπως παλιά, αλλά μπορεί να είναι εξίσου αγαπημένη, σταθερή και δυνατή αρκεί να χτίζεται με ρεαλισμό, συνεργασία και πάνω από όλα, σεβασμό στα όρια όλων.