Στις περισσότερες σχέσεις, τα μεγάλα προβλήματα δεν εμφανίζονται ξαφνικά. Δεν είναι πάντα οι εκρήξεις θυμού, οι έντονοι καβγάδες ή οι δραματικές ρήξεις που φθείρουν δύο ανθρώπους. Συνήθως, είναι κάτι πολύ πιο αθόρυβο, κάτι που διεισδύει καθημερινά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Μια συνήθεια που μοιάζει αθώα, αλλά με τον χρόνο μπορεί να διαβρώσει την εμπιστοσύνη, την οικειότητα και τη συναισθηματική ασφάλεια. Αυτή η συνήθεια έχει ένα όνομα: η συναισθηματική αδιαφορία ή αλλιώς, το να σταματάς να είσαι πραγματικά παρών στη σχέση.
Δεν πρόκειται απλώς για το ότι απομακρύνονται δύο άνθρωποι. Η αδιαφορία ξεκινά σε μικρές δόσεις: ένα ανεπαίσθητο «δεν ακούω πραγματικά τι μου λες», μια συνομιλία που τελειώνει γρήγορα, μια μέρα όπου προτεραιότητα είναι το άγχος, η δουλειά, το κινητό, ο κόσμος έξω και όχι ο άνθρωπος που έχεις δίπλα σου. Σιγά σιγά, αυτή η αδράνεια της προσοχής γίνεται μόνιμη. Και τότε, χωρίς να έχει συμβεί κάτι τεράστιο, η σχέση αρχίζει να χάνει τη ζωντάνια της.
Η συναισθηματική αδιαφορία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν νοιάζεσαι. Συχνά, σημαίνει ότι θεωρείς δεδομένο το άλλο άτομο. Όταν πιστεύεις πως «θα είναι πάντα εκεί», σταματάς άθελά σου να καλλιεργείς όσα χρειάζονται φροντίδα: την επικοινωνία, το ενδιαφέρον, την ενεργή ακρόαση. Είναι παρόμοιο με ένα φυτό που δεν ποτίζεις. Δεν πεθαίνει την πρώτη μέρα, ούτε την δεύτερη. Αλλά σταδιακά μαραίνεται. Στις ανθρώπινες σχέσεις, αυτό το μαρασμό δεν τον βλέπεις με τα μάτια τον νιώθεις στην απόσταση, στην παγωμένη ατμόσφαιρα, στις μικρές σιωπές που κάποτε ήταν ανάσες οικειότητας και τώρα είναι εμπόδια.
Ένας από τους τρόπους που εκδηλώνεται αυτή η συνήθεια είναι η επιλεκτική προσοχή. Ακούμε, αλλά δεν «ακούμε». Απαντάμε, αλλά δεν «συμμετέχουμε». Το μυαλό μας τρέχει στα προβλήματα, στα σχέδια, στις υποχρεώσεις. Το τηλέφωνο γίνεται καταφύγιο και οι οθόνες αντικαθιστούν την ουσιαστική σύνδεση. Όταν αυτό γίνεται καθημερινότητα, ο σύντροφός μας αρχίζει να αισθάνεται αόρατος, παραμελημένος, σαν να μην είναι πια σημαντικός.
Έχει σημασία να ξεκαθαρίσουμε πως η συναισθηματική αδιαφορία δεν είναι πάντα συνειδητή. Συχνά γεννιέται από κούραση, από στρες, ακόμη και από συνήθειες που αποκτήθηκαν με τον χρόνο. Όμως, ανεξάρτητα από την πρόθεση, οι συνέπειες είναι ίδιες: δημιουργεί απόσταση, καχυποψία, ψυχρότητα. Και πολλές φορές, οι άνθρωποι δεν χωρίζουν επειδή «κουράστηκαν», αλλά επειδή χρόνια πριν έπαψαν να αισθάνονται ότι τους βλέπει πραγματικά ο άλλος.
Το αντίδοτο σε αυτή τη σιωπηλή, επικίνδυνη συνήθεια δεν είναι περίπλοκο. Ξεκινά με το να γίνεις συνειδητά παρών. Να ακούς όχι για να απαντήσεις, αλλά για να καταλάβεις. Να κοιτάς στα μάτια, να ρωτάς πώς πέρασε η μέρα του άλλου, να δείχνεις ενδιαφέρον για τα μικρά πράγματα που είναι σημαντικά γι’ αυτόν. Να αφήνεις για λίγο το κινητό στην άκρη, να δημιουργείς στιγμές όπου η προσοχή σου δεν διασπάται.
Μικρές, καθημερινές πράξεις έχουν τεράστιο αντίκτυπο: μια αγκαλιά χωρίς λόγο, μια ειλικρινής κουβέντα, ένα «πες μου τι σε απασχολεί», ένα «σε ακούω». Αυτά δεν είναι απλές χειρονομίες, είναι σημάδια ότι ο άλλος εξακολουθεί να αποτελεί προτεραιότητα. Με αυτόν τον τρόπο χτίζεται ξανά η αίσθηση ασφάλειας και επανασυνδέεται η σχέση.
Το σημαντικό είναι να θυμόμαστε ότι καμία σχέση δεν καταστρέφεται απότομα. Όπως μια σχέση χτίζεται μέρα με τη μέρα, έτσι και η απόσταση μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Το μυστικό για να μην αφήσουμε μια σχέση να «σβήσει» είναι να παρατηρούμε τα μικρά σημάδια και να δρούμε πριν γίνουν αξεπέραστα προβλήματα. Η παρουσία, η προσοχή και η συναισθηματική διαθεσιμότητα είναι οι πιο δυνατές πράξεις αγάπης.
Η συνήθεια που σιωπηλά φθείρει μια σχέση, λοιπόν, δεν είναι η σύγκρουση,είναι η απουσία. Αλλά η λύση βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο: στη συνειδητή επιλογή να είμαστε παρόντες.