Ο πόνος στο στήθος είναι ένα σύμπτωμα που μπορεί να προκαλέσει ανησυχία, καθώς μπορεί να υποδηλώνει καρδιακή πάθηση ή να είναι αποτέλεσμα άγχους. Η διάκριση μεταξύ των δύο είναι κρίσιμη, καθώς η καρδιακή αιτία απαιτεί άμεση ιατρική παρέμβαση. Ωστόσο, τα συμπτώματα συχνά επικαλύπτονται, καθιστώντας τη διάγνωση δύσκολη χωρίς ιατρική εκτίμηση [1].
Ο πόνος στο στήθος που προκαλείται από άγχος ή κρίση πανικού συχνά συνοδεύεται από ταχυπαλμία, δύσπνοια, ιδρώτα, τρέμουλο και αίσθημα πνιγμού. Συνήθως εμφανίζεται σε περιόδους έντονης συναισθηματικής φόρτισης [2]. Από την άλλη πλευρά, ο πόνος από καρδιακή ισχαιμία ή έμφραγμα είναι πιο ανησυχητικός όταν είναι πιεστικός ή σφιγκτικός, επιμένει και εξαπλώνεται σε χέρι, ώμο, λαιμό ή γνάθο [3].
Η έγκαιρη διάγνωση είναι κρίσιμη για την αποφυγή σοβαρών επιπτώσεων. Όταν ο πόνος στο στήθος εμφανίζεται με σωματική προσπάθεια ή χειροτερεύει με την άσκηση, είναι πιο πιθανό να σχετίζεται με στηθάγχη παρά με άγχος [3]. Επίσης, η ακτινοβολία του πόνου σε γνάθο, αριστερό χέρι ή ράχη και η παρατεταμένη διάρκεια είναι ενδείξεις που απαιτούν άμεση αξιολόγηση [4].
Το άγχος μπορεί να προκαλέσει σωματικά συμπτώματα όπως πόνο ή σφίξιμο στο στήθος μέσω της ενεργοποίησης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Παράλληλα, το χρόνιο στρες συνδέεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο [5]. Οι ασθενείς με κρίσεις πανικού συχνά αναφέρουν θωρακικό πόνο, ενώ ένα μέρος των ατόμων με επαναλαμβανόμενο θωρακικό πόνο δεν έχει καρδιακή βλάβη στην οξεία διερεύνηση [2].
Συμπερασματικά, ο πόνος στο στήθος απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση για να διαπιστωθεί αν πρόκειται για καρδιακή αιτία ή άγχος. Η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη θεραπεία μπορούν να προλάβουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. Οι ασθενείς πρέπει να αναζητούν ιατρική βοήθεια όταν εμφανίζουν νέα ή έντονα συμπτώματα, καθώς η αυτοδιάγνωση μπορεί να είναι επικίνδυνη.